Table of Contents

Henry George Liddell; Robert Scott [1940], A Greek-English Lexicon; Machine readable text (Trustees of Tufts University, Oxford) [word count] [greatscott15].

Click here to run a search on selected parts of this document.

[header]

[NA] γερουσιάρχης γερούσιας γερουσιαστής γερούσιος γερράδια γέρρον γερροφόροι γερροφύλαξ γερροχελώνη γέρρω γέρσυμον γέρυνος γερωΐα γέρων γερωνία γευθμός γεύλοφα γεῦμα γευματικός γευνῶν γεῦος γεῦσις γευστέον γευστήριον γεύστης γευστικός γευστός Γευστός γευστρίνην γεύστριον γεύω γέφυρα γεφυρεργάτης γεφυρίζω γεφύριον γεφυρισμός γεφυριστής γεφυροποιέω γεφυροποιός γεφυρουργία γεφυρόω γεφύρωμα γεφύρωσις γεφυρωτής γεωγραφέω γεωγραφία γεωγραφικός γεώγραφος γεωδαισία γεωδαίστης γεωδαιτέομαι γεώδης γεωλοφία γεώλοφος γεωμαντεία γεωμετρέω γεωμέτρης γεωμέτρητος γεωμετρία γεωμετρικός γεωμιγής γεωμορέω γεωμορία γεωμορικός γεώμορος γεώνιον γεωνόμος γεώπεδον γεωπείνης γεωπονέω γεωπονία γεωπονικός γεώπονος γεωργέω γεώργημα γεωργήσιμος γεωργητέον γεωργία γεωργικός γεώργιον γεώργισσα γεωργίτης γεωργός γεωργώδης γεῶρες γεωρυχέω γεωρυχία γεώρυχος γεωτομία γεώτομος γεωτραγία γεωφανής γεωφύλαξ γεωχαρής γῆ γηγενέτης γηγενής γηγῆλιξ γήδιον γηθαλάσσιος γηθαλέος γῆθεν γηθέω γηθία γῆθος γηθοσύνη γηθόσυνος γηθυλλίς γήθυον γήινος γηΐτης γηλεχής γηλιᾶσθαι γήλοφος γῆμα γημόριον γημόρος γήνεια γηοῦχος γηοχέω γηπάτταλος γήπεδον γηπετής γηπονέω γήποτος γηράεις γηραιός γηραλέος γήραμα γηράμων γηράναι γηράνιον γήρανσις γηραός γηράς γῆρας γηράσιμος γηράσκω γήρειον γηροβοσκέω γηροβοσκία γηροβοσκός γηροκομεῖον γηροκομέω γηροκομία γηροκομικός γηρόκομος γῆρος γηροτροφέω γηροτροφία γηροτρόφιον γηρότροφος γηροφορέω γηρόω γηρυγόνος γήρυμα Γηρυόνης γῆρυς γηρύω γηρωβοσκέω γήτειον γῄτης γητικά γητομέω γηφαγέω γηφάγος γηφοριών γήχυτον γία Γιγάντειος Γιγαντία Γιγαντιάς Γιγάντιος Γιγαντολέτης Γιγαντομαχία Γιγαντόραιστος Γιγαντοφθόρος Γιγαντοφόνος Γιγαντοφόντις Γιγαντώδης γιγαρτίς γίγαρτον γιγαρτώδης γιγαρτώνιον Γίγας γιγγίδιον γιγγίς γίγγλαρος γιγγλίαν γιγγλισμός γίγγλος γιγγλύμιον γιγγλυμοειδής γιγγλυμόομαι γίγγλυμος γιγγλυμώδης γιγγλυμωτός γιγγράϊνος γιγγραντός γίγγρας

[NA] γιγγρασμός γιγγρί γιγγρίας γίγνομαι γιγνώσκω γιζί γιλός γίννος γίνομαι γίξαι γλαγάω γλαγέας γλαγερός γλαγόεις γλαγοπήξ γλάγος γλαγότροφος γλάζω γλαινοί γλακτοπαγής γλακτοφάγος γλακτοφόρος γλάματα γλαμάω γλαμός γλαμυξιάω γλαμυρός γλαμψοί γλαμώδης γλάμων γλάνις γλανοί γλάνος γλάξ γλαρίς γλάσσα γλαυκειοῦς γλαυκηπόρος γλαυκία γλαυκιάω γλαυκίδανον γλαυκίδιον γλαυκίζω γλαυκινίδιον γλαύκινος γλαύκιον γλαυκίσκος γλαυκισμός γλαυκοειδής γλαυκόμματος γλαυκός γλαῦκος γλαυκότης γλαυκόφθαλμος γλαυκοφόρβιδας γλαυκοχαίτης γλαυκόχροος γλαυκόω Γλαυκώ γλαυκώδης γλαυκώλενος γλαύκωμα γλαυκώπιον γλαυκῶπις γλαυκωπός γλαύκωσις γλαυκώψ γλαυνός γλαύξ γλαυρόν γλαύσσω γλαφίς γλάφυ γλαφυρία γλαφυρός γλαφυρότης γλάφω γλάχων γλέβα γλευκαγωγός γλευκάω γλεύκη γλεύκινος γλευκίτης γλευκοπότης γλεῦκος γλεῦξις γλημώδης γλήν γλήνη γληνίς γληνοειδής γλῆνος γληνῶσαι γλήχων γληχωνίτης γληχωνοειδές γλία γλιᾶται γλίνη γλῖνος γλίον γλισχραίνομαι γλισχραντιλογεξεπίτριπτος γλίσχρασμα γλισχρεύομαι γλισχρία γλισχρολογέομαι γλισχρολογία γλίσχρος γλισχρότης γλισχρόχολος γλισχρώδης γλίσχρων γλίττον γλίχομαι γλιχός γλιχύτης γλοηρὸν γλοία γλοιάζω γλοιάς γλοιόομαι γλοιοποιέομαι γλοιοπότις γλοιός γλοιώδης γλουρός γλούτια γλουτός γλυκάδιον γλυκάζω γλυκαίνω γλυκάνισον γλύκανσις γλυκαντικός γλύκασμα γλυκασμός γλυκείδιον γλύκειος γλυκέλαιον γλυκερός γλυκεροστάφυλος γλυκερόχρως γλυκή γλυκήρατον γλυκίζω γλυκίνας γλύκιος γλυκισμός γλύκκα γλυκόεις γλυκύδακρυς γλυκυδερκής γλυκύδιον γλυκυδρόμος γλυκύδωρος γλυκυηχής γλυκυθυμέω γλυκυθυμία γλυκύθυμος γλυκυκάλαμον γλυκυκαρπέω γλυκύκαρπος γλυκύκρεος γλυκύλαλος γλυκύλογος γλυκυμαρίδες γλυκυμήχανος γλυκυμείλιχος γλυκυμή γλυκύμηλον γλυκυμυθέω γλυκύμυθος γλυκύνους γλυκύπαις γλυκυπάρθενος γλυκύπικρος γλυκυπότης γλυκυπράτιον γλυκύπυρος γλυκύρριζα γλυκύς γλυκυσίδη γλύκυσμα γλυκύστρυφνος γλυκύτης γλυκυφαγία γλυκύφαιον γλυκύφθογγος γλυκύφρουροι γλυκύφυλλον γλυκύφυτον γλυκυφωγέω γλυκυφωνία γλυκύφωνος γλυκύχυλος γλυκύχυμος γλύκων

[NA] Γλυκώνειος γλύμμα γλυμός γλύξις γλυπτήρ γλύπτης γλυπτικός γλυπτός γλύφανος γλυφεῖον γλυφεύς γλυφευτής γλυφή γλυφικός γλυφίς γλύφω γλώνη γλώξ γλωρεῖν γλῶσσα γλωσσαλγέω γλωσσαλγία γλώσσαλγος γλωσσάομαι γλωσσάριον γλώσσασπις γλώσσημα γλωσσηματικός γλωσσίδιον γλωσσίδος γλωσσογάστωρ γλωσσογράφος γλωσσοειδής γλωσσοκάτοχον γλωσσοκηλόκομπος γλωσσοκομεῖον γλωσσόκομος γλωσσοποιΐα γλωσσοπωγώνιον γλωσσός γλωσσοστροφεῖν γλωσσοτέχνης γλωσσότμητος γλωσσοτομέω γλωσσοχαριτέω γλωσσώδης γλῶττα γλωττήν γλωττίζω γλωττικός γλωττίς γλωττισμός γλωττοδεψέω γλωττοειδής γλωττοποιέω γλωττοστροφέω γλωχίν γλωχινωτός γναθμός γνάθος γναθόω γνάθων γναθώνειος γναμπτήρ γναμπτός γνάμπτω γναμφαί γναπταὶ γνάπτωρ γνάφαλον γναφάδιον γναφάλλιον γνάφαλλον γνάφαλος γνάψις γνήσιος γνησιότης γνίς Γνίφων γνοΐσαι γνοφίας γνόφος γνοφόω γνοφώδης γνύθος γνύξ γνυπεσόν γνύπετος γνυφαί γνῶμα γνωμανάδοχος γνωματευτής γνωματεύω γνωμεισηγητής γνώμη γνωμηδόν γνωμηστός γνωμίδιον γνωμικός γνωμοδοτέω γνωμολογέω γνωμολογητέον γνωμολογία γνωμολογικός γνωμονεύω γνωμονικός γνωμόνιον γνωμοσύνη γνωμοτυπέω γνωμοτυπία γνωμοτυπικός γνωμοτύπος γνωμοφλυακέω γνώμων γνωρίζω γνώριμος γνωριμότης γνώρισις γνώρισμα γνωρισμός γνωριστέον γνωριστής γνωριστικός γνωσιγραφία γνωσιδίκα γνωσιμαχέω γνωσιμαχία γνῶσις γνῶσμα γνωστεία γνωστέον γνωστεύω γνωστήρ γνώστης γνωστικός γνωστοποιός γνωστός γνωτέρα γνωτός γνωτός γνωτοφόνος γοάω γοβρίαι γογγρίον γογγροειδής γογγροκτόνος γόγγρος γογγρύζω γογγρώδης γογγρώνη γογγύζω γογγυλάτης γογγύλη γογγυλίδιον γογγυλίζω γογγυλίς γογγύλλω γογγυλοειδής γογγυλόρυγχος γογγυλοσπάραγον γογγύλος γογγυλόσκηνος γογγυλώδης γογγυλώματα γογγυλωπός γογγυλωτόν γόγγυσις γογγυσμός γόγγυσος γογγυστής γογγυστικός γόγγων γοεδνός γοερός γοεροστ γοήμεναι γοήμων γοηρός γόης γοησίοδος γοητεία γοήτευμα γοήτευσις γοητευτικός γοητεύτρια γοητεύω γοητής γοητικός γοῖ γοῖδα γομάριον γόμνη γόμος γομοφόρος γομόω γομφαλγία γομφάριον

[NA] γομφιάζω γομφίασις γομφιασμός γομφιόδουπος γομφίος γομφίτης γομφόδετος γομφοπαγής γόμφος γομφόω γόμφωμα γόμφωσις γομφωτήρ γομφωτήριον γομφωτικός γομφωτός γόμωσις γονάρ γονατίζω γονάτιον γονατόδεσμος γονατόομαι γονατώδης γονάω γονεά γονεία γονεύς γονεύω γονή γόνημα γονής γόνθος γονιαῖος γονίας γονικόθεν γονικός γόνιμος γονιμότης γονιμώδης γονοειδής γονόεις γονοκτονέω γονοκτονία γονοποιέω γονοποιΐα γονοπώτης γονόρροια γονορροϊκός γονορρυέω γονορρυής γόνον γόνος γονοτύλη γόνυ γονυαλγής γονυκαμψεπίκυρτος γονυκαυσαγρύπνα γονυκλινέω γονυκλινής γονυκλιτέω γονύκροτος γονυπετέω γονυπετής γονυπλήξ γονώδης γονώνη γόος γοράπιες Γοργάς Γόργειος γοργεύω γοργία Γοργιάζω Γοργίειος Γοργολόφας Γοργονεία Γοργόνειος Γοργόνη Γοργόνιον Γοργονώδης Γοργόνωτος γοργόομαι γοργός γοργότης Γοργοτομία γοργόφθαλμος Γοργοφόνος γόργυρα Γοργώ γοργωπός γοργώψ γοργώψατο Γόριλλαι γορός Γορπιαῖος γόρτυξ γορυνίας γορφία γοτάν γουβενάριον γουβικός γοῦν γοῦνα γουνάζομαι γούνασμα γούνατα γουνιαῖος γουνόομαι γουνοπαχής γουνός γούντη γοῦρος γουττᾶτον γοώδης γρᾶ γράα γραβάν γράβδην γραβδίς γράβιον γράζα γραῖα γραιβία γραΐδιον γραΐζω Γραικός Γραικίζω Γραικιστί γραίνω γραιόομαι γραΐς γραιωπίας γράμμα γραμμαθέπτα γραμμάριον γραμματεία γραμματείδιον γραμματειδιοποιός γραμματεῖον γραμματεύς γραμματευτά γραμματεύω γραμματηφόρος γραμματίας γραμματίδιον γραμματίζω γραμματικεύομαι γραμματικομάστιξ γραμματικός γραμμάτιον γραμματισμός γραμματιστής γραμματιστική γραμματοδιδασκαλεῖον γραμματοδιδάσκαλος γραμματοειδής γραμματόεις γραμματοεισαγωγεύς γραμματοκύφων γραμματολικριφίς γραμματοπίναξ γραμματοφορέω γραμματοφόρος γραμματοφυλακεῖον γραμματοφυλάκιον γραμματοφύλαξ γραμμή γραμμιαῖος γραμμίζω γραμμικός γραμμιστήρ γραμμιστός γραμμοδιδασκαλίδης γραμμοειδής γραμμοποίκιλος γραμμός γραμμοτόκος γραμμώδης γρανθέωνα γραολογία γραοσόβης γραοσυλλέκτρια γραοτρεφής γραόφιλος γραπίνης γράπις γραπτέον γραπτεύς γραπτήρ γράπτης γραπτός γράπτρα γραπτύς γράσθι γράσος γράσσμα γραστίζω γραστισμός γράστις γράσων

[NA] γρασωνία γραῦις γραύκαλας γραῦς γραφείδιον γραφεῖον γραφεύς γραφή γράφημα γραφής γραφία γραφικός γραφιοειδής γραφιοθήκη γραφίς γραφίσκος γραφοειδής γράφος γράφω γραψαῖος γραψείω γράω γραώδης γρεῦς γρηγορέω γρηγόρησις γρηγορία γρηγορικός γρήγορσις γρήϊος γρήνη γρῆνος γρηῦς γρῖνος γρίντης γριπάομαι γριπεύς γριπεύω γριπέω γριπηὶς γριπίζω γρίπισμα γρῖπος γρίπων γρίσων γριτή γριφᾶσθαι γριφεύω γριφοειδής γριφοπλόκος γρῖφος γριφότης γριφώδης γρομφάζω γρονθάριον γρονθοκοπῶ γρονθονεύεται γρόνθος γρόνθων γρόππα γρόπτος γρόσυνον γροσφομάχος γρόσφος γροσφοφόρος γροῦμος γρουνός γρούσσεται γροφά γροφεύς γροφεύω γροφίς γρόφω γρῦ γρυβός γρύζω γρυήλιον γρυκτός γρυλίζω γρυλισμός γρυλίων γρύλλη γρυλλισμός γρυλλογραφέω γρύλλος γρῦλος γρυμέα γρυμπάνειν γρύνη γρυνόν γρυνός γρῦνος γρύξ γρυπάετος γρυπαίνω γρυπαλώπηξ γρυπανίζω γρυπάνιος γρυπή γρυπνόν γρυπόομαι γρυπός γρυπότης γρύπτω γρύπωσις γρυσμός γρυτάριον γρυτεύεται γρύτη γρυτοδόκη γρυτοπωλεῖον γρυτοπώλης γρύψ γρωθύλοι γρῶνος γύαια γυάλας γυαλοθώραξ γύαλον γύαλος γυβᾷ γυβερνήτης γυγαί γύγης γυέλιον γύης γυήτης γυθίσσων γυιαλθής γυιαλκής γυιαρκής γυίζω γυιοβαρής , ές , weighing down the limbs, γυιοβόρος γυιόδαμος γυιοδόνητος γυιόκολλος γυῖον γυιοπαγής γυιοπέδη γυιός γυιοτακής γυιοῦχος γυιόχαλκος γυιόω γυλάριον γυλιαύχην γυλιός γυλίσκος γυλλάς γυλλός γυμνάδδομαι γυμνάζω γυμνάς γυμνασία γυμνασιαρχέω γυμνασιάρχης γυμνασιαρχία γυμνασιαρχικός γυμνασιαρχίς γυμνασίαρχος γυμνασίδιον γυμνάσιον γύμνασις γυμνασιώδης γύμνασμα γυμναστέον γυμναστήριον γυμναστής γυμναστικός γυμνηλός γυμνής γυμνήσιαι γυμνήσιοι γυμνητεία γυμνητεύω γυμνήτης γυμνητικός γύμνητις γυμνικός γυμνοδερκέομαι γυμνόκαρπος γυμνοκοχλίας γυμνοπαιδίαι γυμνοπαιδική γυμνοπερίβολος γυμνοποδέω γυμνοπόδης γυμνοπόδιον γυμνόπους γυμνορρύπαρος γυμνός γυμνοσάνδαλος γυμνοσοφισταί γυμνοσπέρματος γυμνότης γυμνοφανής γυμνόχρους γυμνόω γύμνωσις γυμνωτέος

[NA] γυναικάδελφος γυναικάνηρ γυναικάνθη γυναικάριον γυναικεῖος γυναικεραστέω γυναικήιος γυναικηρός γυναικίας γυναικίζω γυναικικός γυναίκιον γυναίκισις γυναικίσκιον γυναικισμός γυναικιστί γυναικόβουλος γυναικογήρυτος γυναικοδίδακτος γυναικοειδής γυναικοήθης γυναικοθοίνας γυναικόθυμος γυναικοϊέραξ γυναικόκλωψ γυναικόκοσμοι γυναικοκρασία γυναικοκρατέομαι γυναικοκράτητος γυναικοκρατία γυναικοκτόνος γυναικομανέω γυναικομανής γυναικομανία γυναικόμασθος γυναικόμιμος γυναικόμορφος γυναικονομέω γυναικονομία γυναικονόμος γυναικοπαθέω γυναικοπίπης γυναικοπληθής γυναικόποινος γυναικοπρεπής γυναικοπρεπώδης γυναικοπρόσωπος γυναικότροφος γυναικουφή γυναικοφίλης γυναικοφόνος γυναικόφρων γυναικοφυής γυναικόφωνος γυναικόψυχος γυναικόω γυναικώδης γυναικών γυναικωνῖτις γυναιμανής γύναιος γύνανδρος γυνή γύννις γύον γύος γυπαιεύς γυπαλέκτωρ γυπάριον γύπη γυπιαῖος γυπιάς γύπινος γυπογίγας γυποειδής γυπόν γυπώδης γύπωνες γυράλεος γυργαθίον γυργαθός γυρεύω γυρητόμος γυρίνη γυρῖνος γυρινώδης γύριος γῦρις γυριστήριον γυριστός γυρίτης γυροδρόμος γυροειδής γυρόθεν γυρόμαντις γυρός γῦρος γυρόω γυρτεύς γύρωσις γυρωτέον γῦς γύψ γυψεμπλαστής γυψεμπλαστικός γυψίζω γυψική γύψινος γυψίον γυψισμός γυψοειδής γύψος γυψόω γυψώδης γύψωσις γυψωτής γυψωτός γῶ γωγγάμη γωλεός γωλιός γῶν γωνία γωνιάζω γωνιαῖος γωνιακός γωνιασμός γωνίδιον γωνιοβόμβυξ γωνιοειδής γωνιόομαι γωνιοποιέομαι γωνιόπους γώνιος γωνιόφυλλος γωνιώδης γωνίωμα γωνίωσις γωνιωτός γωνοειδής γῶνοπ γωρυτός γώψ


Powered by PhiloLogic