Herbert Weir Smyth [n.d.], A Greek Grammar for Colleges; Machine readable text [info] [word count] [Smyth].
Previous SubSect

Next SubSect

Verbs beginning with ς

σαίνω (σαν-) fawn upon: ἔσηνα. Poetic, prob. also in prose. ( crossIII.) LSJ

σαίρω (σηρ-, σαρ-) sweep: 2 perf. σέσηρα grin: ἔσηρα Soph. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σαλπίζω (σαλπιγγ-) sound the trumpet: ἐσάλπιγξα (also ἐσάλπιξα?). ( crossIII.) (Attic) LSJ

σαόω (cp. σαϝος safe) save: σαώσω, ἐσάωσα, ἐσαώθην. Epic and poetic (but not Att.). Epic pres. subj. σόῃς, σόῃ, σόωσι, which editors change to σαῷς (σάῳς, σαοῖς, σοῷς), σαῷ (σάῳ, σαοῖ, σοῷ), σαῶσι (σάωσι, σόωσι). For σάω pres. imper. and 3 s. imperf. editors usu. read σάου (= σαο-ε), but some derive the form from Aeolic σάωμι. Cp. σῴζω. (Attic) LSJ

σάττω (σαγ-) pack, load: ἕσαξα, σέσαγμαι. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σάω sift: ἔσησα, σέσησμαι. New Ion. Here belong perf. ἔττημαι and διαττάω Att. for δια-σσάω. LSJ

σβέν-νυ_μι (σβε- for σβες-, cross523 f. N. 1) extinguish, usu. comp. W. ἀπό or κατά: σβέσω, ἔσβεσα, ἔσβηκα intrans. have gone out, ἐσβέσθην ( cross489 c), 2 aor. pass. ἔσβην intrans. went out ( cross415, cross756 a), σβήσομαι, ἔσβεσμαι Aristotle. cross819. ( crossIV.) (Attic) LSJ

σέβω revere, usu. σέβομαι: aor. pass. as act. ἐσέφθην, σεπτός Aesch. (Attic) LSJ

σείω shake: σείσω, ἔσεισα, σέσεικα, σέσεισμαι ( cross489 c), ἐσείσθην, σειστός. (Attic) LSJ

σεύω (σευ-, συ-) urge, drive on, mid. rush: ἔσσευα ( cross543 a. D.) and σεῦα, ἔσσυμαι as pres. hasten, ἐς (ς) ύθην rushed, 2 aor. mid. ἐς (ς) ύμην rushed (ἔσσυο, ἔσσυτο or σύτο, σύμενος, cross688), ἐπί-σσυτος Aesch. Mostly poetic, esp. tragic. Here belongs ἀπ-εσσύα_ (or ἀπ-έσσουα) he is gone in Xen. Probably from σοίομαι (σόος, σοῦς motion), or from σόομαι, come dramatic σοῦμαι (Doric σῶμαι), σοῦσθε (ind. and imper.), σοῦνται, σοῦ, σούσθω. For σεῦται (S. Trach. cross645), often regarded as from a form σεῦμαι, σοῦται may be read. LSJ

σημαίνω (σημαν-, cp. σῆμα sign) show: σημανῶ, ἐσήμηνα (ἐσήμα_να not good Att. though in MSS. of Xen.), σεσήμασμαι ( cross489 h), ἐσημάνθην, ἐπι-σημανθήσομαι, ἀ-σήμαντος Hom., ἐπι-σημαντέος Aristotle. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σήπω (σηπ-, σαπ-) cause to rot: 2 perf. σέσηπα am rotten, 2 aor. pass. ἐσάπην

-- 715 --

rotted as intrans., 2 fut. pass. κατα-σαπήσομαι. σήψω Aesch., σέσημμαι Aristotle, σηπτός Aristotle. cross819. (Attic) LSJ

σι_γάω am silent: σι_γήσομαι ( cross806), ἐσι_γησα, σεσι_γηκα, σεσι_γημαι, ἐσι_γήθην, σι_γηθήσομαι, fut. perf. σεσι_γήσομαι, σι_γητέος poetic. (Attic) LSJ

σι_νομαι (σιν-) injure, very rare in Att. prose: σι_νήσομαι (?) Hippocr., ἐσι_νάμην Hdt. ( crossIII.) LSJ

σιωπάω am silent: σιωπήσομαι ( cross806), ἐσιώπησα, σεσιώπηκα, ἐσιωπήθην, σιωπηθήσομαι, σιωπητέος. (Attic) LSJ

σκάπ-τω (σκαφ-) dig, often comp. W. κατά: σκάψω, -έσκαψα, 2 perf. -έσκαφα, ἔσκαμμαι, 2 aor. pass. -εσκάφην. ( crossII.) (Attic) LSJ

σκεδάν-νυ_μι (σκεδα-), rarely σκεδαννύω, scatter, often comp. W. ἀπό, διά, κατά: -σκεδῶ ( cross539 c), -εσκέδασα, ἐσκέδασμαι ( cross489 c), ἐσκεδάσθην, σκεδαστός. Fut. σκεδάσω poetic. By-forms: Epic κεδάννυ_μι: ἐκέδασσα, ἐκεδάσθην; mainly poetic and Ion. σκίδ-νημι and σκίδ-ναμαι; poetic and Ion. κίδ-νημι and κίδ-ναμαι. ( crossIV.) (Attic) LSJ

σκέλλω (σκελ-, σκλη-) dry up: pres. late, Epic aor. ἔσκηλα (σκαλ-; as if from σκάλλω) made dry, 2 aor. intrans. ἀπ-έσκλην ( cross687) Aristoph., ἔσκληκα am dried up Ion. and Doric. ( crossIII.) LSJ

σκέπ-τομαι (σκεπ-) view: σκέψομαι, ἐσκεψάμην, ἔσκεμμαι (sometimes pass.), fut. perf. ἐσκέψομαι, pass. σκεπτέος. For pres. and imperf. (Epic, poetic, and New Ion.) Att. gen. uses σκοπῶ, ἐσκόπουν, σκοποῦμαι, ἐσκοπούμην. Aor. pass. ἐσκέφθην Hippocr. ( crossII.) (Attic) LSJ

σκήπ-τω (σκηπ-) prop, gen. comp. W. ἐπί in prose: -σκήψω, -έσκηψα, -έσκημμαι, -εσκήφθην. By-form σκίμπτω Pind., Hippocr. ( crossII.) (Attic) LSJ

σκίδ-νημι (σκιδ-νη-, σκιδ-να-) σκίδ-ναμαι scatter: mainly poetic for σκεδάννυ_μι. ( crossIV.) (Attic) LSJ

σκοπέω view: good Att. uses only pres. and imperf. act. and mid., other tenses are supplied from σκέπτομαι. σκοπήσω, etc., are post-classical. (Attic) LSJ

σκώπ-τω (σκωπ-) jeer: σκώψομαι ( cross806), ἔσκωψα, ἐσκώφθην. ( crossII.) (Attic) LSJ

*σμάω (σμῶ) smear (σμα-, σμη-, cross394, cross641) Ion., Comic: pres. σμῇς, σμῇ, σμῆται, etc., ἔσμησα, ἐσμησάμην Hdt. By-form σμήχω chiefly Ion.: ἔσμηξα, διεσμήχθην (?) Aristoph., νεό-σμηκτος Hom. (Attic) LSJ

σοῦμαι hasten: see σεύω. LSJ

σπάω (σπα- for σπας-) draw, often W. ἀνά, ἀπό, διά, κατά: -σπάσω ( cross488 a), ἔσπασα, ἀν-έσπακα, ἔσπασμαι, -εσπάσθην, δια-σπαθήσομαι, ἀντί-σπαστος Soph., ἀντι-σπαστέος Hippocr. (Attic) LSJ

σπείρω (σπερ-, σπαρ-) sow: σπερῶ, ἔσπειρα, ἔσπαρμαι, 2 aor. pass. ἐσπάρην, σπαρτός Soph. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σπένδω pour libation, σπένδομαι make a treaty: κατα-σπείσω (for σπενδ-σω cross100), ἔσπεισα, ἔσπεισμαι. (Attic) LSJ

σπουδάζω am eager: σπουδάσομαι ( cross806), ἐσπούδασα, ἐσπούδακα, ἐσπούδασμαι, σπουδαστός, -τέος. cross512. ( crossIII.) (Attic) LSJ

στάζω (σταγ-) drop: ἔσταξα, ἐν-έσταγμαι, ἐπ-εστάχθην, στακτός. Fut. στάσω late, σταξεῦμαι Theocr. Ion. and poetic, rare in prose. ( crossIII.) (Attic) LSJ

στείβω (στειβ-) tread, usu. only pres. and imperf.: κατ-έστειψα, στειπτός. Poetic. From στιβε-, or from a by-form στιβέω, comes ἐστίβημαι Soph. LSJ

στείχω (στειχ-, στιχ-) go: περι-έστειξα, 2 aor. ἔστιχον. Poetic, Ion. LSJ

στέλλω (στελ-, σταλ-) send, in prose often comp. W. ἀπό or ἐπί: στελῶ poetic, ἔστειλα, -έσταλκα, ἔσταλμαι, 2 aor. pass. ἐστάλην, -σταλήσομαι. ( crossIII.) (Attic) LSJ

στενάζω (στεναγ-) groan, often comp. W. ἀνά: -στενάξω poetic, ἐστέναξα, στενα-

-- 716 --

κτός and -τέος poetic. By-forms: Epic and poetic στενάχω, Epic στεναχιζω, poetic στοναχέω, mainly Epic and poetic στένω. (Attic) LSJ

στέργω (στεργ-, στοργ-) love: στέρξω, ἔστερξα, 2 perf. ἔστοργα Hdt., στερκτίος, στερκτός Soph. (Attic) LSJ

στερέω (usu. ἀπο-στερέω in prose) deprive: στερήσω, ἐστέρησα, -εστέρηκα, ἐστέρημαι, ἐστερήθην. Aor. ἐστέρεσα Epic, 2 aor. pass. ἐστέρην poetic. Pres. mid. ἀπο-στεροῦμαι sometimes = am deprived of; στερήσομαι may be fut. mid. or pass. ( cross809). Connected forms: στερίσκω deprive (rare in pres. except in mid.) and στέρομαι have been deprived of, am without W. perf. force, cross528, cross1887. (Attic) LSJ

στευ- in στεῦται, στεῦνται, στεῦτο affirm, pledge one's self, threaten. Poetic, mainly Epic. LSJ

στίζω (στιγ-) prick: στίξω, ἔστιγμαι. ἔστιξα Hdt., στικτός Soph. ( crossIII.) (Attic) LSJ

στόρ-νυ_μι (στορ-, στορε-) spread out, in prose often W. κατά, παρά, σύν, ὑπό (in prose usu. στρώννυ_μι): παρα-στορῶ Aristoph., ἐστόρεσα, κατ-εστορέσθην Hippocr. ( cross489 e). Fut. στορέσω in late poetry (στορεσῶ Theocr.). ( crossIV.) (Attic) LSJ

στρέφω (στρεφ-, στροφ-, στραφ-) turn, often in comp. in prose W. ἀνά, ἀπό, διά, etc.: -στρέψω, ἔστρεψα, ἔστραμμαι, ἐστρέφθην (in prose only στρεφθῶ, στρεφθείς), usu. 2 aor. pass. as intrans. ἐστράφην, ἀνα-στραφήσομαι, στρεπτός. Prose has κατ-εστρεψάμην. 2 perf. ἀν-έστροφα trans. is doubtful (Comic), aor. pass. ἐστράφθην Doric, Ion. (Attic) LSJ

στρών-νυ_μι (στρω-) spread out: ὑπο-στρώσω, ἔστρωσα Tragic, Hdt., ἔστρωμαι, στρωτός poetic. Cp. στόρνυ_μι. ( crossIV.) (Attic) LSJ

στυγέω (στυγ-, στυγε-, cross485) hate: ἐστύγησα (ἔστυξα Hom. made hateful), 2 aor. κατ-έστυγον Epic ( cross546 D.), ἀπ-εστύγηκα Hdt., ἐστυγήθην, fut. mid. στυγήσομαι as pass. ( cross808), στυγητός. Ion. and poetic. LSJ

στυφελίζω (στυφελιγ-) dash: ἐστυφέλιξα. Mostly Epic and Hippocr. ( crossIII.) LSJ

συ_ρίττω (συ_ριγγ-) pipe, whistle: ἐσυ_ριξα. By-form συ_ρίζω. ( crossIII.) (Attic) LSJ

συ_ρω (συρ-) draw, in comp. in prose esp. W. ἀπό, διά, ἐπί: -έσυ_ρα, -σέσυρκα, -σέσυρμαι and -συρτέος Aristotle. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σφάλλω (σφαλ-) trip up, deceive: σφαλῶ, ἔσφηλα, ἔσφαλμαι, 2 aor. pass. ἐσφάλην, σφαλήσομαι. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σφάττω (σφαγ-) slay, often in comp. W. ἀπό, κατά: σφάξω, ἔσφαξα, ἔσφαγμαι, 2 aor. pass. -εσφάγην, -σφαγήσομαι, ἐσφάχθην Ion., poetic, σφακτός poetic. By-form σφάζω (so always in Trag.). cross516. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σχάζω cut open, let go: ἀπο-σχάσω, ἔσχασα Trag. (ἐσχασάμην Comic), ἐσχάσθην Hippocr. From σχάω comes imperf. ἔσχων Aristoph. cross512. ( crossIII.) (Attic) LSJ

σχεθεῖν: see ἔχω. (Attic) LSJ

σῴζω (σω- and σωι-, σῶς safe), later σώζω, save; many forms come from σαόω: σώσω (from σαώσω) and σωῶ (Att. inscr.), ἔσωσα (from ἐσάωσα W. recessive acc.) and ἔσῳσα (Att. inscr.), σέσωκα (from *σεσάωκα) and σέσῳκα (?), σέσωμαι rare (from *σεσάωμαι) and σέσῳσμαι (MSS. σέσωσμαι), ἐσώθην (from ἐσαώθην), σωθήσομαι, σῳστέος (MSS. σωστέος). By-forms: Epic σώω (cp. σῶς) and σαόω (cp. σάος), q.v. cross512. ( crossIII.) (Attic) LSJ

Previous SubSect

Next SubSect


Herbert Weir Smyth [n.d.], A Greek Grammar for Colleges; Machine readable text [info] [word count] [Smyth].
Powered by PhiloLogic