Herbert Weir Smyth [n.d.], A Greek Grammar for Colleges; Machine readable text [info] [word count] [Smyth].
Previous SubSect

Next SubSect

Verbs beginning with μ

μαίνω (μαν-, μην-) madden, act. usu. poetic: ἔμηνα, μέμηνα am mad. Mid. μαίνομαι rage: μανοῦμαι Hdt., 2 aor. pass. ἐμάνην. ( crossIII.) (Attic) LSJ

μαίομαι (for μα (ς) -yομαι, cross624 a) desire, strive: μάσσομαι, ἐμα (ς) σάμην, ἐπί-μαστος. Epic. Connected are Aeol. μάομαι (μῶται, opt. μῷτο, imper. μῶσο) and μαιμάω, Epic, poetic. ( crossIII.) LSJ

μα-ν-θ-άνω (μαθ-, μαθε-) learn: μαθήσομαι ( cross806), 2 aor. ἔμαθον, μεμάθηκα, μαθητός, -τέος. Hom. has 2 aor. ἔμμαθον ( cross429 a, D.). ( crossIV.) (Attic) LSJ

μαραίνω (μαραν-) cause to wither: ἐμάρα_να, ἐμαράνθην Hom. ( crossIII.) (Attic) LSJ

μάρ-ναμαι (μαρ-να-) fight: only in pres. and imperf., subj. μάρνωμαι ( cross749 b), imper. μάρναο. Poetic. ( crossIV.) LSJ

μάρπ-τω (μαρπ-) seize: μάρψω, ἔμαρψα, 2 aor. ἔμαρπον (?) and redupl. μέμαρπον (?) Epic, 2 perf. μέμαρπα Epic. Poetic. ( crossII.) LSJ

μάττω (μαγ-) knead: μάξω, ἔμαξα, μέμαχα, μέμαγμαι, 2 aor. pass. ἐμάγην (προσεμάχθην Soph.). ( crossIII.) (Attic) LSJ

μάχομαι (μαχ-, μαχε-) fight: μαχοῦμαι ( cross539 b), ἐμαχεσάμην, μεμάχημαι, μαχετέος. Pres. Hom. μαχέομαι (part. μαχεούμενος and μαχειόμενος, fut. Hom. μαχήσομαι (-έσσομαι?) and μαχέομαι, Hdt μαχήσομαι; aor. Epic ἐμαχες (ς) άμην (v. l. -ησάμην), Hdt. ἐμαχεσάμην; v. a. μαχητός Hom., ἀ-μάχετος Aesch. (Attic) LSJ

μέδω and μεδέω rule ( cross485 d). Epic and poetic. μέδομαι am concerned about. LSJ

μεθύ-σκω make drunk: ἐμέθυσα. μεθύσκομαι get drunk, ἐμεθύσθην got drunk ( cross489 e). ( crossV.) (Attic) LSJ

μεθύω am drunk: only pres. and imperf.; other tenses from the pass. of μεθύσκω. (Attic) LSJ

μείγ-νυ_μι (μειγ-, μιγ-) mix (often written μι_γνυ_μι), also μειγνύω, and less com. μίσγω ( cross526 c): μείξω, ἔμειξα, μέμειγμαι, ἐμείχθην, ἀνα-μειχθήσομαι rare, 2 aor. pass. ἐμιγην, μεικτός, -τέος. The forms with ει are restored on the authority of inscr. Epic 2 fut. pass. μιγήσομαι, Epic 2 aor. mid. ἔμικτο (ἔμεικτο ?), poetic fut. perf. μεμείξομαι. ( crossIV.) (Attic) LSJ

μείρομαι (μερ-, for σμερ-, μορ-, μαρ-) obtain part in: 2 perf. ἔμμορε ( cross442 D.) has a share in. Epic. εἵμαρται it is fated (from σε-σμαρ-ται, cross445 a). ( crossIII.) (Attic) LSJ

μέλλω (μελλ-, μελλε-) intend, augments W. ε, rarely W. η ( cross430): μελλήσω, ἐμέλλησα, μελλητέος. (Attic) LSJ

μέλω (μελ-, μελε-) care for, concern poetic: μελήσω poetic, μελήσομαι Epic, 2 perf. μέμηλα Epic, μεμέλημαι as pres. poetic (Epic μέμ-β-λεται, cross130 D.), ἐμελήθην poetic. Impersonal: μέλει it is a care, μελήσει, ἐμέλησε, μεμέληκε, μελητέος. Prose ἐπι-μέλομαι or ἐπι-μελέομαι care for (the latter form is far more com. on Att. inscr. after cross380 B.C.): ἐπι-μελήσομαι, ἐπι-μεμέλημαι, ἐπ-εμελήθην, ἐπι-μελητέος. (Attic) LSJ

μέμονα (μεν-, μον-, μα-) desire: 2 perf. as pres.; sing. μέμονας, -ονε; otherwise μι-forms ( cross705), as μέματον ( cross573), μέμαμεν, -ατε, -άα_σι, imper. μεμάτω, part. μεμα_ώς and μεμαώς, μεμαυῖα, inf. μεμονέναι Hdt. Epic, poetic. LSJ

μέμφομαι blame: μέμψομαι, ἐμεμψάμην, ἐμέμφθην rare in prose, μεμπτός. (Attic) LSJ

μένω (μεν-, μενε-) remain: μενῶ, ἔμεινα, μεμένηκα ( cross485 c), μενετός, μενετέος. Byform μί-μν-ω Epic and poetic. (Attic) LSJ

μερ-μηρίζω ponder, devise: ἀπ-εμερμήρισα Aristoph., μερμήριξα Epic. Poetic. cross512. ( crossIII.)

-- 707 --

LSJ

μήδομαι devise: μήσομαι, ἐμησάμην. Poetic. LSJ

μηκάομαι (μηκ-, μακ-, cross486 D.) bleat: pres. and imperf. not used; Hom. 2 aor. part. μακών, 2 perf. part. μεμηκώς, μεμακυῖα, 2 plup. ἐμέμηκον ( cross557 D. 3). LSJ

μητιάω (μητι-, cross486 D., cp. μῆτις) plan: also μητιάομαι and (Pind.) μητίομαι: -ι_σομαι, -ι_σάμην. Epic and Lyric. LSJ

μιαίνω (μιαν-) stain: μιανῶ, ἐμία_να, μεμίασμαι ( cross489 h), ἐμιάνθην, μιανθήσομαι, ἀ-μίαντος poetic. ( crossIII.) (Attic) LSJ

μι-μνῄ-σκω and μι-μνή-σκω (μνα-, cross526 b) remind, mid. remember. Act. usu. ἀνα- or ὑπο-μιμνῄσκω (the simple is poetic except in pass.): -μνήσω, -έμνησα, perf. μέμνημαι = pres. ( cross442 N.) remember, ἐμνήσθην ( cross489 e) as mid. remembered, mentioned, fut. pass. = mid. μνησθήσομαι shall remember, fut. perf. μεμνήσομαι shall bear in mind ( cross581), v. a. ἐπι-μνηστέος, ἄ-μναστος Theocr. μέμνημαι has subj. μεμνῶμαι ( cross709), opt. μεμνῄμην (μεμνῴμην doubtful, cross711 b), imper. μέμνησο (Hdt. μέμνεο), inf. μεμνῆσθαι, part. μεμνημένος. Fut. μνήσω (-ομαι), aor. ἔμνησα (-άμην) are poetic. Epic μνάομαι in Hom. ἐμνώοντο, μνωόμενος ( cross643). ( crossV.) (Attic) LSJ

μίμνω remain: poetic for μένω. (Attic) LSJ

μίσγω (for μι- (μ) σγω, cross526 c) mix, pres. and imperf. See μείγνυ_μι. (Attic) LSJ

μύζω suck, Ion. μυζέω, late ἐκ-μυζάω. Hom. ἐκ-μυζήσα_ς squeezing out. LSJ

μύζω (μυγ-) grumble: ἔμυξα. ( crossIII.) (Attic) LSJ

μυ_κάομαι (μυκ-, μυ_κ-, μυ_κα-, cross486) bellow: ἐμυ_κησάμην, Epic 2 aor. μύκον ( cross546 D.), Epic 2 perf. μέμυ_κα as pres. (Attic) LSJ

μύττω (μυκ-) wipe usu. comp. W. ἀπό: -έμυξα, -εμεμύγμην. ( crossIII.) (Attic) LSJ

μύω shut the lips or eyes (υ_ late, uncertain in Att.): ἔμυσα, μέμυ_κα. (Attic) LSJ

Previous SubSect

Next SubSect


Herbert Weir Smyth [n.d.], A Greek Grammar for Colleges; Machine readable text [info] [word count] [Smyth].
Powered by PhiloLogic