Henry George Liddell; Robert Scott [
1940],
A Greek-English Lexicon; Machine readable text (Trustees of Tufts University, Oxford) [
word count] [
greatscott32].
ἡλικίαἡλῐκί-α, Ion. ἡλικίη, Dor. ἁλικία, ἡ, (ἧλιξ) A time of life, age, ἤν πως ἡλικίην αἰδέσσεται ἠδ' ἐλεήσῃ γῆρας
Il.22.419; γηραιὸν μέρος ἁλικίας
Pi.P.4.157; παρὰ τὸν ἁλικίας ἐοικότα χρόνον
Id.O.4.29; τήνδ' ἡ. ἀστῶν, i.e. their old age, A.Pers.914: acc. used adverbially, in age, νέος ἡλικίην
Hdt.3.134; ἐτέων ἐὼν ἡλικίην πέντε καὶ τριήκοντα
Id.1.26, cf. X.Cyn.2.3: so in dat., ἡλικίᾳ ἔτι τότε ὢν νέος
Th.5.43; προεληλυθότες ταῖς ἡ. X.HG6.1.4; also ὑπὸ τῆς ἡ. from our age, Pl.La.180d; αἱ δι' ἡλικίαν ἄτοκοι
Id.Tht.149c; οἱ ἐν τῇ αὐτῆ ἡ. Th.1.80; τὸ ἀχρεῖον τῆς ἡ. Id.2.44; ὅταν . . τοῦ γεννᾶν ἐκβῶσι τὴν ἡ. Pl.R.461b; πόρρω τῆς ἡ. to an advanced age, Id.Grg.484c; προήκων ἐς βαθὺ τῆς ἡ. Ar. Nu.514; προϊούσης τῆς ἡ, Pl.Phdr.279a; ὁ παρ' ἡλικίαν νοῦς beyond one's age, Men.Mon.690: in pl., ἐν ἁπάσαις ταῖς ἡ. Pl.R.412e, cf. Lg. 625b, al.
2 prime of life, manhood, ἐν ἁλικίᾳ πρώτᾳ
Pi.N.9.42; αὐτὴ ἡ ἡ. τῶν νέων κατέκρινε
Antipho 4.4.2; ἡλικίαν ἔχειν, εἰς ἡ. ἐλθεῖν, ἀφικέσθαι, Pl.Euthd.306d, Tht.142d, Men.89b; ἡλικίην ἔχειν c. inf., to be of fit age for doing, Hdt.1.209, cf. Pl.Tht.146b; ἡλικίας μετέχειν
Th.7.60; οἱ ἐν τῇ ἡλικίᾳ men of military age, Id.8.75; ἐν ἡλικίᾳ στρατεύεσθαι
D.4.7; ἐστρατευμένος ἁπάσας τὰς ἐν ἡλικίᾳ στρατείας
Id.21.95; οἱ τῆς ἡ. ἐντὸς γεγονότες
Lys.2.50; ἡ καθεστηκυῖα ἡ. maturity, Th.2.36, cf. IG12(7).239.21 (Amorgos); of women, womanhood, marriageable age, Hp.Prorrh.2.30, D.59.22; αἱ ἐν ἡ. γυναῖκες
Pl.R.461b; τὴν ἡλικίαν τὴν ἑαντοῦ καταμεμψάμενος
Is.7.14: in pl., οἱ ταῖς ἡ. οὐ καλῶς κεχρημένοι
Aeschin.1.194. 3 youthful passion, ἡλικίῃ καὶ θυμῷ ἐπιτρέπειν
Hdt.3.36; εἴκειν
Id.7.18. 4 maidenhood, τὴν ἡ. οὐ καλῶς διαφυλάξασαν
Aeschin.1.182. II as collective Noun,= οἱ ἥλικες, those of the same age, comrades, ὃς ἡλικίην ἐκέκαστο ἔγχεϊ
Il.16.808, cf. Pi.P.1.74; esp. those of military age, τῆς ἡ. ἀπούσης ἐν ταῖς ναυσί
Lys.2.49, cf. Th.3.67, 8.1, etc.; also, men of any age, παίδων τε καὶ ἀνδρῶν καὶ πάσης ἡ. Pl.Lg.959e. III time, ταῦτα ἡλικίην ἂν εἴη κατὰ Λάϊον about the time of Laius, Hdt.5.59, cf. 60, 71; ἡ. τετρακοσίοισι ἔτεσι . . πρεσβυτέρους
Id.2.53. IV age, generation, ἐπὶ τῆς νῦν ἡ. Isoc.4.167; πρὸ τῆς ἡμετέρας ἡ. Din. 1.38; εἰς τὴν νῦν ζῶσαν ἡ. D.60.11; πολλαῖς ἔμπροσθεν ἡ. Plu.Per. 27, cf. D.L.5.37. V of the body, stature, as a sign of age, Hdt. 3.16, Pl.Euthd.271b, D.40.56; τῇ ἡ. μικρός
Ev.Luc.19.3 (but προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡ. πῆχυν ἕνα add a cubit to one's age (cf. πήχυιος), Ev.Matt.6.27); ἄνδρας ἡμισταδιαίους τὰς ἡ. Luc.VH1.40; height of a pillar, Id.Syr.D.28.
Henry George Liddell; Robert Scott [
1940],
A Greek-English Lexicon; Machine readable text (Trustees of Tufts University, Oxford) [
word count] [
greatscott32].
