Henry George Liddell; Robert Scott [1940], A Greek-English Lexicon; Machine readable text (Trustees of Tufts University, Oxford) [word count] [greatscott59].
Previous page

Next page

-- 1394 --

περιχρίωπερι-χρίω [ῑ],

   A smear or cover over, κλινόποδας σκορόδοις Str.17.3.11 ; τοὺς ὀδόντας Archig. ap. Gal.12.873 ; τι ὑάλῳ Luc.Luct.21 ; τὸ πρόσωπον Poll.5.102:—Pass., Dsc.1.77.    II pour as unguent over, ἔλαιον J.AJ7.14.5, cf. Nonn.D.14.175.    III metaph. (cf. περίχρισμα), prob. in Phld.Mus.p.97 K. (Pass.). περίχροοςπερίχροος, ον, contr. περί-χρους, χρουν,

   A highly-coloured, Gal.16.627. περίχρυσοςπερίχρῡσ-ος, ον,

   A set in gold, IG12.280.78 ; σφραγὶς π. ib.22.1388.91, 1459.18, Chares4J., Luc.Nec.12 ; cf. κατάχρυσος, ἐπίχρυσος. περιχρυσόωπεριχρῡσ-όω,

   A gild all over, Agatharch.Fr.Hist.2 J., v.l. for κατα- in Hdt.4.65 :— but in Pass., σφραγὶς περικεχρυσωμένη,περίχρυσος, with a gold mount or setting, IG22.1388.88, cf. POxy.1449.22 (iii A. D.). περίχυδαπερί-χῠδᾰ, Adv.

   A by sprinkling, Hp.Aff.52. περίχυμαπερί-χῠμα, ατος, τό,

   A that which is poured round or over, wash, Dsc.1.87 ; of whey, Gal.17 (1).983.    II that which is diffused around the earth, atmosphere, τὸ ἱερὸν π. Herm. ap. Stob.1.49.44.    III ablution, Marin.Procl. 26. περίχυσιςπερί-χῠσις, εως, ἡ

   A pouring over, ἐλαίου Orib.46.20.11 ; washing out, Dsc.5.103 ; douche, Gal.12.461.    II diffusion, Herm. ap. Stob.1.49.69 ; π. ὑγροῦ, ἀκτίνων, Porph.Gaur.3.3, 11.2 : in concrete sense, τοῦ θείου ἐν πυρὸς αἰθερίου π. διάγοντος Id. ap. Eus.PE3.7. περιχυτέονπερι-χῠτέον,

   A one must pour over, Herod.Med. ap. Aët.4.47. περιχυτήριονπερι-χῠτήριον, τό,

   A perfusorium, Gloss. περιχύτηςπερι-χύτης [ῠ], ου, ,

   A attendant at baths, π.λουτροῦ POxy.148 (vi A. D.), cf. Ptol.Tetr.179, Cod.Just.3.43.1.4. περιχύτρισμαπεριχύτρισμα, ατος, τό,

   A space round an olive-tree marked by potsherds, IG22.2492.44. περίχωμαπερί-χωμα, ατος, τό,

   A embankment, dyke enclosing an area, PPetr.3p.339 (iii B.C.), Ostr.Bodl.i 245 (iii B.C.), PTeb.61(b).167 (ii B.C.).    II area enclosed by dykes, PCair.Zen.182.7, 362.24 (iii B.C.), PTeb.13.12, 84.3 (ii B. C.). περιχωματίζωπερι-χωμᾰτίζω,

   A surround with a dyke, PLond.3.1170B298 (iii A. D.) :—hence περι-ισμός, , PRyl.172.22 (iii A. D.), etc. περιχωνεύομαιπεριχωνεύομαι,

   A to be fused in an amalgam with, χρυσῷ Dsc.Eup. 2.168. περιχώννυμιπεριχώννῡμι,

   A heap earth round, τὰς ἀμπέλους D.S.17.82, cf. Dsc.5.148 (Pass.) :—Pass., to be covered with mud, etc., D.S.3.40 : metaph., περιχωσθῆναι τοῖς τοξεύμασιν Philostr.VA4.23.    II embank, γῆν PSI6.577.8 (iii B. C.), cf. PLille 1 v 20 (iii B. C.). περιχώομαιπεριχώομαι, Med.,

   A to be exceeding angry, ὅς μοι παλλακίδος περιχώσατο (al. παλλακίδος πέρι χ., v. Sch.) Il.9.449; Ἡρακλῆος περιχώσατο 14.266. περιχωρέωπεριχωρ-έω,

   A go round, σὺ περιχώρει λαβὼν τὴν χέρνιβα Ar.Av.958; π. τὴν Ἑλλάδα Thalesap.D.L.1.44.    II rotate, Anaxag.9, 12.    2 to be transferred to, come to in succession, ἡ βασιληΐη π. ἐς Δαρεῖον Hdt. 1.210 ; ἡ ὀργὴ π. ἐς τό τινων μίασμα D.C.40.49. περιχώρησιςπεριχώρ-ησις, εως, ,

   A rotation, Anaxag.12,13. περιχώριοςπεριχώρ-ιος, ον,

   A = περίχωρος : τὰ π. Str.1.2.15 (s. v.l.). περιχώριστοςπεριχώρ-ιστος, ον,

   A separate, isolated, Elias in Porph.19.23. περίχωροςπερίχωρ-ος, ον,

   A round about a place : οἱ π. the people about, D.19.266, Plu.Cat.Ma. 25, Eum. 15, etc.; ἡ π. (sc. γῆ) the country round about, LXX Ge.13.10,al., Ev.Matt.14.35 ; τὰ π. Palaeph.20. περίχωσιςπερίχωσις, εως, ,

   A covering over with earth, PSI6.577.13 (iii B. C.).    2 dyke, embankment, PLille 1v20 (iii B. C., pl.). περιψαύωπεριψαύω,

   A touch, attack a part, of pains, Nic.Al.122. περιψάωπεριψ-άω,

   A wipe all round, wipe clean, τὠφθαλμιδίω περιψῆν Ar.Eq. 909 ; τὰ βλέφαρα περιέψησεν Id.Pl.730 ; σφόγγοι περιψῆσαι τὰ ἀναθήματα IG11(2).287 A 84(Delos, iii B. C.); π. σπόγγῳ τὸ ἄγγος Zos. Alch.p.224B. περίψημαπερίψ-ημα, ατος, τό,

   A anything wiped off, offscouring, of a vile person (or scapegoat), 1 Ep.Cor.4.13, Phot.; π. σου your humble servant, CIL8.12924 (Carthage), LW2493 (Syria), Classical Studies in honor of J.C.Rolfe 318 (Ostia) ; peripsuma su (sic), Dessau ILS5725 (Brixia). περίψησιςπερίψ-ησις, εως, ,

   A wiping clean, μύλωνος Suid. s.v. ψαιστά. περίψηφοςπερίψηφος, ,

   A calculator, Sch.Ar.Pl.237, Hsch. s.v. ῥυπαρός, Suid. s.v. λογισταί. περιψήχωπεριψήχω, sine interpr., Gloss. περιψιθυρίζωπεριψῐθῠρίζω,

   A whisper around, Suid. s.v. περιηχήθην (Pass.). περιψιλόομαιπεριψῑλ-όομαι, Pass.,

   A to be made bare all round, περιψιλωθῆναι τὰς σάρκας to have one's flesh all stripped off, Hdt.9.83. περιψίλωσιςπεριψῑλ-ωσις, εως, , sine interpr., Gloss. περιψοφέωπεριψοφ-έω,

   A sound loudly around, in Pass., τοῖς κυμβάλοις J.AJ11.3.9 ; πατάγῳ Plu.2.266d. περιψόφησιςπεριψόφ-ησις, εως, ,

   A sounding all round, loud noise, ib.549c (pl.). περιψυγμόςπερι-ψυγμός, ,

   A cold, chill, Pl.Ax.366d ; excessive cold, as a cause of injury, Cat.Cod.Astr.8(4).188 (pl.). περίψυκτοςπερί-ψυκτος, ον,

   A very cold, chill, of places, Plu.Aem.14, Id.2.649c ; f.l. (for περὶ ψῦχος) in Eratosth.16.12.    II fanned all round : hence, fondled, beloved, Alciphr.3.59 ; π. κάλλος Eun.VSp.455 B. ; cf. περιψύκτης (sic)· περιπόθητος, Hsch. περίψυξιςπερί-ψυξις, εως, ,

   A shivering, Hp.Prorrh. 1.134 (pl.), Ph.1.39, Herod.Med. ap. Orib.10.37.1, etc.    II chilling, cooling, Arist.Fr.231, Thphr.Ign.52, Chrysipp.Stoic. 2.222, Plu. 2.73c, etc. περίψυχροςπερί-ψῡχρος, ον,

   A cold all round or very cold, ἄκρεα Hp.Epid.1.18 (v.l. ὑποψ-), Thphr.Sens.58. περιψύχωπερι-ψύχω [ῡ],

   A chill all round, τὴν σάρκα Arist.Pr.966b11 :—Pass., to be chilled all over, Hp.Epid.1.26.γ ; grow cool, Thphr.Ign.52, Plu.2.690d :—also intr. in Act., Hp.Coac.176, Epid.3.17.ά, Thphr.l.c.    II metaph., refresh, revive, cherish τινα LXX Si.30.7 (v. l.), D.H.7.46 (cj. Reiske), Alciphr.1.39. περιώγαναπεριώγανα· ἐπίσσωτρα, Hsch.    II = κνημίαι 11.1, Id. περιωδευμένωςπεριωδευμένως, Adv. pf. part. Pass. of περιοδεύω,

   A fully, in detail, Phld.Rh.1.248 S., Plu.2.537d. περιῳδέωπεριῳδ-έω,

   A subdue by spells, Ps.-Luc.Philopatr.9. περιῳδήπεριῳδ-ή, ,

   A = καμπή 111.1, Sch.Ar.Nu.332. περιῳδικάπεριῳδ-ικά, τά,

   A metrical systems in which the strophic correspondence is of the form a b b b . . c, Heph.Poëm.4, cf. Sch. περιωδυνάωπεριωδῠν-άω,

   A suffer great pain, Dsc.3.23, Gal.12.603 :—Med., v.l. in Hp.Aph.7.52. περιωδυνέωπεριωδῠν-έω, = foreg., π. κεφαλήν ib.6.10, Morb.3.1, Epid. 5.12, Herod.Med. ap. Orib.10.10.4. περιωδυνήςπεριωδῠν-ής, ές,

   A = περιώδυνος, Id.ib.10.5.6. περιωδυνίαπεριωδῠν-ία, ,

   A excessive pain, Pl.R.583d ; opp. περιχάρεια, Id.Lg. 732c ; of headache, Hp.Aff.2 : in pl., αἱ ἀπὸ τῶν φρενῶν π. Id.Acut. (Sp.) 34 ; ἥπατος π. ib.4 ; οἱ θάνατοι καὶ π. Arist.Po.1452b12. περιώδυνοςπεριώδῠν-ος, ον, (ὀδύνη)

   A exceeding painful, of death, A.Ag.1448(lyr.) ; τύχη Pl.Lg. 873c.    II suffering great pain, Hp.Acut. (Sp.) 34, D.54.12, Parth. 5.5. Adv. -νως Hsch. s.v. περισφάτως. περιωθέωπεριωθέω,

   A push, shove about, περιωθῶν καὶ ἐλαύνων τοὺς ἀνθρώπους D.21.173.    2 push or force round, π. εἴσω τὴν ἀναπνοήν Pl.Ti.79c, cf. e, Arist.Resp.472b18 :—Pass., to be pushed away, περιεώσμεθα ἐκ πάντων Th.3.57 ; π. ἔν τινι lose one's place in a person's favour, ib. 67 ; ἀσθενὲς ὂν π. ὑπὸ τοῦ βιαιοτέρου D.H.7.25 ; εἰς τὴν φάραγγα -ωσθείς App.BC1.45 : abs., to be rejected, defeated, Arist.Pol.1304a8 (v.l. περιωρισθείς), cf. 1306a32.    3 λόγων ἀρετῇ -ωθούμενος moved by . . , J.AJ 17.3.1. περίωμαπερίωμα, written for πελίωμα, POxy.52.16 (iv A. D.). περιωμιάζωπεριωμιάζω,

   A surround with an espalier (ὠμία) , περίβολος περιωμιασμένος PVat.11rv5 (ii A. D.). περιώνυμοςπεριώνῠμος, ον,

   A far-famed, Orph.A.149, IG3.914 ; γένους λαμπρότητι App.BC2.2, etc. περιωπέωπεριωπ-έω,

   A gaze around upon, τὰ ἀνθρώπου Philostr.Dial.2 :—Med., -ήσασθαι πάντα Sch.D Il.14.8. περιωπήπεριωπ-ή, , (ὤψ)

   A place commanding a wide view, Il.14.8, 23.451, Od.10.146, Pl.Plt.272e ; παράκτιος π. AP 6.167 (Agath.) ; ἐκ περιωπῆς from a place of vantage, by a bird's-eye view, Luc.Symp.11, Im.1 ; ἐκ π. τοῦ Πηλίου from the summit of P., Philostr.Her.19.1.    II circumspection, πολλὴν π. τινὸς ποιεῖσθαι to show much caution in a thing, Th.4.87.    III contemplation, ἐπιστήμης, τοῦ θείου, Procl in Alc.pp.19,21 C. : pl., ταῖς τοῦ νοῦ π. Dam.Pr.54. περίωποςπερίωπ-ος, ον,

   A visible all round, Hsch. s.v. ἀμφίσωπον : in Orph.A.14 περιωπέα . . Ἔρωτα is prob. f.l. for πυριωπέα. περιωρεσίαπεριωρεσία, ,

   A surrounding hills, IG14.352 ii 38 (Halaesa). περιώσιοςπεριώσιος, ον,

   A immense, countless, χρήματα Sol.24.7 ; μήδεα Lyr.Adesp. in TGFp.xx ; φῦλα A.R.2.394 ; ἔργον AP9.197 (Marin.); ὀργιοφάντης ib.688 ; θεάτρου κύκλος Epigr.Gr.1050 (Ephesus).    2 = περισσός, unusual, rare, περιώσια εἰδώς, of Pythagoras, Emp.129.1 ; ἄγρη Opp.C.4.354.    II Hom. only neut. as Adv. περιώσιον, beyond measure, Il.4.359, Od.16.203 : pl., περιώσια h.Pan.41.    2 c. gen., περιώσιον ἄλλων far beyond the rest, h.Cer.362, Pi.I.5(4).3, A.R.1.466.—Regul. Adv. -ίως only in Hsch. ; cf. περώσιος. περίωσιςπερίωσις, εως, ,

   A driving round of the breath, Arist.Resp.472b6, Gal.5.708. περιωτειλόομαιπεριωτειλόομαι,

   A to be cicatrized all round, Hp.Art.63. περιωτίςπεριωτίς, ίδος, ,

   A = ἀμφωτίς, Method. ap. EM93.14. πέρκαπέρκα,

   A = πέρκη, Gloss. περκάζωπερκ-άζω, (πέρκος

   A = περκνός) become dark, turn dark, of grapes beginning to ripen, ὀπώρα ἄκραισι περκάζουσα οἰνάνθαις Chaerem. 12.2 ; ὅταν ἄρτι π. σταφυλή Thphr.HP9.11.7, cf. Hymn.Is.168, LXX Am.9.13 ; ὅταν ἄρχωνται π. οἱ βότρυες Thphr.CP3.16.3, etc. ; of olives, Gp.9.19.2 ; of flowers, Porph.VP44.    2 metaph., of young men, whose beard begins to darken their faces, Call.Lav.Pall. 76.    II Act., make dark-coloured, Dsc.5.2. περκαίνωπερκ-αίνω, = foreg.,

   A σέλας οἰνωπὸν ἐξέλαμπε περκαίνων γένυν E.Cret.15;=διαποικίλλεσθαι, Hsch. πέρκαναπέρκανα· ἱστοῦ περιπλέγματα, Hsch. ; cf. πευκάνα. περκάςπερκάς, άδος, poet. fem. of

   A πέρκος, κίχλη Eratosth. 12.2. πέρκηπέρκ-η, , a river-fish,

   A perch, Epich.47,48, Philyll.13.3, Antiph. 194.2, Arist.HA505a17, 599b8, Numen. ap. Ath.7.313c. (Perh. cogn. with περκνός.) περκίδιονπερκ-ίδιον, τό, Dim. of foreg., Anaxandr.27 (anap.) :— also περκ-ίον, τό, PCair.Zen.66.14 (iii B.C.). περκίςπερκ-ίς, ίδος, ,πέρκη, Dsc. 2.33. περκνόπτεροςπερκνόπτερος, ον,

   A dusky-winged, name of a kind of vulture, Arist. HA618b32. περκνόςπερκνός, ή, ον,

   A dusky, dark in colour, of grapes when beginning to ripen, or of olives, Poll.1.61, 5.67 ; περκνὴν (prob. for πέρκην ( . . ἐλάην AP6.102 (Phil.) ; also π. ἔχις Arist.Mir.846b18, Nic.Th.129 ; π. ἰχθύες Marc.Sid.7 ; livid, Hp.VC19.    II Subst., name of a kind of eagle, αἰετὸν . . , μόρφνον θηρητῆρ', ὃν καὶ περκνὸν καλέουσι Il.24.316 (Aristarch. πέρκνον), cf. Arist.Mir.835a2, Lyc.260 ; = πλάγγος acc. to Arist.HA618b23. (Cf. πρακνόν, Skt. pŕṛśnis 'spotted', OIr. erc, Welsh erch 'speckled', 'dusky'.) πέρκοςπέρκος, , a kind of

   A hawk, Arist.HA620a20. πέρκωμαπέρκωμα, ατος, τό,

   A dusky spot on the face, Hsch. (pl.). πέρναπέρνα (late Ep. πτέρνα Batr.37 (s. v. l.)), ης, ,

   A ham, Str.3.4.11, Poll.2.193 (πτέρνα codd.), PSI6.683.33 (ii A. D.), Ath. 14.657e, Edict. Diocl.Aeg.4.8 :—also πέρνη, Hdn.Gr.2.939 (fort.πέρνη). (Borrowed from Lat. perna.) πέρναξπέρναξ· θρίδαξ, Hsch. περνάωπερνάω,

   A sell, aor. imper. πέρνησον Hsch. ; cf. sq. πέρνημιπέρνημι, 3pl.

   A περνᾶσι Thgn.1215, Hippon.46 (2sg. περνᾷς dub. in 52) ; part. περνάς Il.22.45, Hippon.52 (v. l.), E.Cyc.271 : Ep. Iterat. 3sg. πέρνασκε Il.24.752 : Ep. fut. inf. περάαν 21.454 (but pres. περάω is wrongly inferred from forms like ἐπέρασσα) : aor. ἐπέρασσα ib.40, Od.15.387 ; part. περάσαντες h.Cer.132; aor. opt. 3sg. περάσειε [ᾰ] Od.14.297; aor. subj. 2pl. περάσητε 15.453, cf. ἀποπέρνημι ; also aor. ἔπρησα Schwyzer 714 (Samos, vi B. C.) : pf. πέπρᾱκα Alex.146.1, Is.7.31, etc. (v. infr.): plpf. ἐπεπράκειν [ᾱ] D.18.23 :—Pass., pres. 3sg. πέρνᾰται Ar.Eq. 176, Hsch.: impf. 3pl. ἐπέρναντο Pi.I.2.7; part. περνάμενος [ᾰ] Il.18.292 : pf. part. once πεπερημένος 21.58; elsewh. the pf. is Att. πέπρᾱμαι, A.Ch.132, S.Ph.978, etc., inf. πεπρᾶσθαι Ar. Ach.734, Pax1011, And.1.73, etc.; Ion. πέπρημαι Hdt.2.56, imper. πεπρήσθω SIG45.35 (Halic., V B.C.), inf. πεπρῆσθαι ib.38 : plpf. ἐπέπρᾱτο Ar.Ach.522: aor. Trag. and Att. ἐπράθην [ᾱ] Sol.36.7, A.Ch. 915, And.1.133, etc.; Ion. ἐπρήθην Hdt.1.156, SIG229.5 (Erythrae, iv B. C.), etc.: Att. fut. πεπράσομαι [ᾱ] Ar.V.179, X.An.7.1.36, later πρᾱθήσομαι Sopat.6, LXX Le.25.23, etc., cf. Moer.p.294 P.: Aeol. pres. inf. πόρναμεν Hsch. (fort. πορνάμεναι): pres. part. Pass. πορνάμεναι Id.—In Att. the usual pres. in act. sense is πωλέω, fut. ἀποδώσομαι, aor. ἀπεδόμην: from πέπρᾱμαι, ἐπράθην, etc. is formed the later pres. Pass. πιπράσκομαι, first found in Lys.18.20, interpol. in Pl.Phd. 69b, Sph.224a, and from this the pres. Act. πιπράσκω first found in Luc.Asin.32: impf. ἐπίπρασκον Plu.2.178c, Per.16; Ion. πιπρήσκω Call.Iamb.1.93, v.l. in Hp.Ep.17:—export for sale, in Ep. usu. of exporting captives to foreign parts for sale as slaves, πολλοὺς ζωοὺς ἑλον ἠδὲ πέρασσα Il.21.102, cf. Od.14.297; π. τινὰ Αῆμνον sell one to Lemnos, Il.21.40; ἐς Αῆμνον ib.58 (Pass.), 78; σέ γε . . νηυσὶν λάβον ἠδ' ἐπέρασσαν τοῦδ' ἀνδρὸς πρὸς δώμαθ' Od.15.387; κατ' ἀλλοθρόους ἀνθρώπους ib.453; δήσειν καὶ περάαν νήσων ἔπι τηλεδαπάων Il.21.454; κτείνων καὶ περνὰς ν. ἔ. τ. 22.45; πέρνασχ' ὅν τιν' ἕλεσκε πέρην ἁλὸς . . ἐς Σάμον 24.752; οὐδ' ἡμᾶς περνᾶσι Thgn. l. c., cf. Hippon.46; later also of other merchandise, ὡς χαραδριὸν περνάς Id.52 (v.l. μῶν . . περνᾷς;; τοῖς ξένοις τὰ χρήματα περνάντα σ' εἶδον E.Cyc. l. c.:—Pass., κτήματα περνάμεν' ἵκει Il.18.292, cf. Pi.I.2.7; πάντα . . πέρναται Ar.Eq.176.    2 simply, sell (as always in the Att. forms), τὰ κτήματα πέντε ταλάντων πεπρακότας Is. l.c.:—Pass., to be sold, esp. for exportation, Sol. l. c., Hdt.1.156, A.Ch.915, E.Ion310 ; ἐς Αιβύην, ἐς Θεσπρωτούς, Hdt.2.54,56; ἐπ' ἐξαγωγῇ SIG45.38 (Halic., V B.C.); ὠνούμενά τε καὶ πιπρασκόμενα interpol. in Pl.Phd.69b; τὸ ὠνηθὲν ἢ πραθέν Id.Lg.850a ; πραθείσης ὀλίγου [τῆς πεντηκοστῆς] the tax of 2 per cent. having been sold or let for a small sum, And.1.133.    II sell for a bribe, of political leaders, τοὺς πεπρακότας αὑτοὺς ἐκείνῳ D.10.63, cf. 17.13; τὰ ὅλα πεπρακέναι Id.18.28; τἆλλα πλὴν ἑαυτοὺς οἰομένοις πωλεῖν πρώτους ἑαυτοὺς πεπρακόσιν αἰσθέσθαι ib.46; τὴν πατρῴαν γῆν πεπρακέναι Din.1.71; πεπρακότες τὴν τοῦ βίου παρρησίαν Alex.146.1 : metaph. in Pass., πέπραμαι I am bought and sold !, i. e. betrayed, ruined, πέπραμαι κἀπόλωλα S.Ph.978; εὐμορφίᾳ πραθεῖσα E.Tr.936. (Cogn. with περάω (A), πέραν, OIr. renaid 'he sells'.)

Previous page

Next page


Henry George Liddell; Robert Scott [1940], A Greek-English Lexicon; Machine readable text (Trustees of Tufts University, Oxford) [word count] [greatscott59].
Powered by PhiloLogic